ιταμός

ιταμός
η , ό[ν] наглый, беззастенчивый, нахальный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ιταμός" в других словарях:

  • ἰταμός — ibo masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιταμός — Κωνοφόρο δίοικο δέντρο της οικογένειας των ταξιδών. Ονομάζεται και ήμερο έλατομαυροέλατο. Αυτοφυές στην Ελλάδα, αναπτύσσεται μεμονωμένο ή κατά μικρές συστάδες στα ασβεστούχα εδάφη της ορεινής και υποαλπικής ζώνης στη Θράκη, στη Μακεδονία, στη… …   Dictionary of Greek

  • ιταμός — ή, ό επίρρ. ά θρασύς, αυθάδης: Ιταμό τελεσίγραφο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰταμώτερον — ἰταμός ibo adverbial comp ἰταμός ibo masc acc comp sg ἰταμός ibo neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰταμωτέρων — ἰταμός ibo fem gen comp pl ἰταμός ibo masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰταμῶν — ἰταμός ibo fem gen pl ἰταμός ibo masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰταμόν — ἰταμός ibo masc acc sg ἰταμός ibo neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰταμώτατα — ἰταμός ibo adverbial superl ἰταμός ibo neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰταμώτατον — ἰταμός ibo masc acc superl sg ἰταμός ibo neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰταμαῖς — ἰταμός ibo fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰταμαί — ἰταμός ibo fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»